Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

"Γιατί η Κρήτη δεν βγάζει πια παίκτες" ;



Μεταφέρουμε από την εφημερίδα “Ανατολή άρθρο που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 27 Μαΐου με τίτλο “Γιατί η Κρήτη δεν βγάζει πια παίκτες ;” :

Οι επιτυχίες στο αντρικό τμήμα του ΑΟ Ιεράπετρας είναι πολλές και η ομάδα έφτασε μια ανάσα από την κατάκτηση του τίτλου στην Γ΄ εθνική κατηγορία. Εξίσου όμως σημαντικές είναι και οι επιτυχίες στα τμήματα υποδομής του σωματείου, όπου με ελάχιστα χρήματα, χωρίς μεταγραφές και πολλά λόγια, οι έμπειροι προπονητές του τμήματος έχουν οδηγήσει σε υψηλό επίπεδο το άθλημα στην Ιεράπετρα.

Ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή να θυμηθούμε τι έγινε τα προηγούμενα χρόνια. Το μπάσκετ της Ιεράπετρας άρχισε να ανθίζει την περίοδο 1996-97 όταν ο τότε πρόεδρος Γιάννης Ροβυθάκης είδε μια φουρνιά παιδιών που είχε μαζέψει λίγα χρόνια νωρίτερα (Καραμανωλάκης, Πετρουλίδης, Μαυροκουκουλάκης, Ροβυθάκης κλπ.) να κατακτάει την άνοδο από την Β’ ΕΚΑΣΚ στην Α’ ΕΚΑΣΚ με προπονήτρια τη Μαρία Γιαλούση.

Η μεγάλη όμως έκρηξη έγινε τον επόμενο ακριβώς χρόνο με την παράδοση και λειτουργία του κλειστού γυμναστηρίου Ιεράπετρας. Το γεγονός αυτό έφερε τη μεγαλύτερη άνοδο στο άθλημα αφού έως την περίοδο 2001-02 υπήρχαν τρεις ομάδες στην Ιεράπετρα (Λυγιά-Λιβυκός- Γ.Ε.Ι.) με περισσότερα από 400 παιδιά να απασχολούνται με το μπάσκετ. Χαρακτηριστικά, η ομάδα τότε της ΓΕΙ με συντονιστή τον πολύπειρο παράγοντα Γιάννη Ασπραδάκη (επίτιμο μέλος ΕΚΑΣΚ) και προπονητή τον Χ. Πεταλωτή είχε μια ακαδημία πρότυπο αποτελούμενη από 80 παιδάκια Στην πορεία, η Α.Ε. Λυγιά απορρόφησε τα υπόλοιπα σωματεία, ισχυροποιώντας τότε κυρίως τα τμήματα υποδομής της (πάντα πρωταγωνίστρια στα παιδικά και εφηβικά πρωταθλήματα) φτάνοντας να παίξει στον τελικό του Παγκρήτιου πρωταθλήματος τη σεζόν 2001-2002 με πρόεδρο τον επιχειρηματία Νίκο Παπαδάκη και προπονητή τον Μιχάλη Δασκαλάκη χάνοντας στον τελικό από τον Εργοτέλη. Ακολούθησε μια περίοδος ύφεσης (οικονομικής κυρίως) εως τη σεζόν 2005-2006 οπότε για πρώτη φορά στην ιστορία της έφτασε έως την κατάκτηση του Παγκρήτιου πρωταθλήματος στο ανδρικό καθώς και του κυπέλλου Κρήτης, τίτλοι που αποτελούν τους μοναδικούς του νομού Λασιθίου σε ανδρικό επίπεδο από την «έναρξη» του μπάσκετ στην Κρήτη το 1968 έως και σήμερα. Πρόεδρος τότε ο Παναγιώτης Ακουμιανάκης με γενικό διευθυντή τον Μιχάλη Προϊστάκη και προπονητή τον Μαρίνο Γαϊτανάκη.

Ο ΑΟ Ιεράπετρα γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2005 από τους ίδιους ανθρώπους της Λυγιάς οι οποίοι εύρισκαν δυσκολίες όσον αφορά την εξεύρεση χορηγών και διαφημίσεων. Με την κίνηση αυτή της «μετονομασίας», ουσιαστικά ενώθηκαν όλες οι «δυνάμεις» της μπασκετικής Ιεράπετρας και δημιουργήθηκε μια ομάδα υπόδειγμα η οποία διαφήμισε τα 3 χρόνια που ακολούθησαν το όνομα της πόλης σε όλη την Ελλάδα με πρώτο πρόεδρο το Νίκο Βαρδάκη τον οποίο διαδέχτηκε φέτος ο Βαγγέλης Πλεξουσάκης και προπονητή τον έμπειρο Γιώργο Μακράκη.

Υπεύθυνος των τμημάτων Παμπαίδων Α’, Παιδικού και Εφηβικού τμήματος του Α.Ο. ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ είναι ο διπλωματούχος φυσικής αγωγής με δίπλωμα προπονητή Β’ κατηγορίας, Μαρίνος Γαϊτανάκης. Ο Μαρίνος Γαϊτανάκης βρίσκεται επί 12 συνεχόμενα χρόνια στην ομάδα της Ιεράπετρας ως παίκτης, προπονητής τμημάτων υποδομής και προπονητής ανδρικού. Μάλιστα είναι ο άνθρωπος που την περίοδο 2005-06 οδήγησε την Λυγιά στην κατάκτηση του Παγκρήτιου πρωταθλήματος που έφερε και την άνοδο στις εθνικές κατηγορίες.

«Σε γενικές γραμμές είμαι ευχαριστημένος, δήλωσε στην «ΑΝΑΤΟΛΗ» ο 35χρονος προπονητής. Πριν από 3 χρόνια, όταν δέχτηκα να επιστρέψω ως προπονητής στα τμήματα υποδομής μελετήσαμε με τους υπεύθυνους από τη διοίκηση την επικρατούσα κατάσταση και συναποφασίσαμε ένα πλάνο το οποίο είχε στόχο καθαρά την ατομική βελτίωση των αθλητών. Άλλωστε αυτό αποτελεί κεντρικό στόχο της διοίκησης και έναν από τους λόγους ύπαρξης του αντρικού τμήματος. Θεωρώ ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που γίνονται στην Κρήτη «το κυνήγι» του αποτελέσματος στις μικρές ηλικίες, το παιδί δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον οποιοδήποτε προπονητή ή παράγοντα που θέλει να εκπληρώσει προσωπικές η μικρό-σωματειακές φιλοδοξίες.

Το πρόβλημα στην Ελλάδα γενικά είναι ότι έχουμε παράγοντες χωρίς αθλητική παιδεία οι οποίοι ή ενεργούν κατά την λογική τους ή παρασύρονται εύκολα από εμάς τους προπονητές, για αυτό ρίχνω την περισσότερη ευθύνη στον κλάδο μου.

Η βιολογική και φυσική ανάπτυξη του παιδιού όσο μεγαλώνει απαιτεί και την ανάλογη (επιστημονική) προπόνηση. Η επιστήμη έχει ποια διασαφηνίσει τί επιβαρύνσεις πρέπει να δέχεται το παιδί σε κάθε ηλικία, τί είναι ικανό να μάθει και πότε. Δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις εμείς οι προπονητές ενώ τα ξέρουμε αυτά ή καλύτερα οφείλουμε να τα ξέρουμε, προσαρμοζόμαστε στην απαίτηση για «νίκη και καλή πορεία του τμήματος», αδιαφορώντας για την ατομική βελτίωση των παιδιών τα οποία βρίσκονται στην λεγόμενη «χρυσή ηλικία της μάθησης». Ότι δεν μάθει το παιδί σε αυτές τις ηλικίες είναι πολύ δύσκολο να το αναπληρώσει σε επόμενα στάδια και με μεγάλο κίνδυνο όχι μόνο να μην έχει μάθει το σωστό αλλά και να έχει αυτοματοποιήσει το λάθος.

Δυστυχώς η πρώτη κίνηση που κάνουν όλες οι ομάδες που υποτίθεται ασχολούνται με τα τμήματα υποδομής είναι να ανεβάσουν τους καλύτερους παίδες-εφήβους στο ανδρικό, αυτό κατά την γνώμη μου είναι ένας δεύτερος λόγος που οι κρητικές ομάδες δεν βγάζουν πια παίκτες απόλυτα συνυφασμένος με τον πρώτο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το παιδί που αναβαίνει και προπονείται κυρίως με το ανδρικό χάνει όπως προείπαμε την κατάλληλη για την ηλικία του προπόνηση με αποτέλεσμα το παιδί να παραμένει για τους αδαείς παραδόξως στάσιμο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ο νέος γίνεται εύκολα το εξιλαστήριο θύμα της προπόνησης , του φορτώνεται περισσότερο βάρος και πίεση από ότι πρέπει και τελικά υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί το παιδί μιας και ούτε παίρνει τελικά τον απαιτούμενο χρόνο συμμετοχής.

Τρίτος λόγος αλλά και πολύ σημαντικός είναι ότι οι κρητικοί αθλητές δεν παίζουν πολλούς αγώνες κυρίως λόγω έλλειψης ομάδων. Εμείς για παράδειγμα εξαρτόμαστε αποκλειστικά από το πρόγραμμα της ΕΚΑΣΚ το οποίο καταρτίζεται με βάση τα εύκαιρα γήπεδα και την διαθεσιμότητα των διαιτητών, φτάνοντας μέγιστο έως τα 20-25 παιχνίδια ενώ ο Αθηναίος μαζί με τα φιλικά μπορεί να παίξει έως και 60 παιχνίδια το χρόνο χειμώνα καλοκαίρι.

Τέταρτος λόγος είναι το όλο το ρατσιστικό σύστημα μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένας νέος παίκτης: δυστυχώς όσο πιο μικρό είναι το παιδί τόσο και χειρότερες συνθήκες βιώνει, ο μικρός αθλητής μας στην Ελλάδα προπονείται στις χειρότερες ώρες, συνήθως στα ανοικτά γήπεδα, πολλές φορές με προπονητή χωρίς δίπλωμα ενώ όταν αγωνίζεται του βάζουν τους χειρότερους διαιτητές! Όλη η παραπάνω διαδικασία είναι εντελώς αντιπαιδαγωγική.

Ως λύσεις για μια επαρχιακή ομάδα που θέλει να έχει στόχο τα τμήματα υποδομής θα πρότεινα βασικά τον διαχωρισμό τμημάτων υποδομής με το ανδρικό τμήμα όσον αφορά την συνέχεια και τα κονδύλια. Συνέχεια υπάρχει όταν ενσωματωθούν στις διοικήσεις και γονείς οι οποίοι θα ασχολούνται με τα τμήματα και θα συναποφασίζουν διεκδικώντας ή βρίσκοντας οι ίδιοι τα απαραίτητα χρήματα.

Ενώ εάν η ομάδα δεν εξαρτάται από επενδυτή και δεν θέλει να κάνει πρωταθλητισμό: α) πολιτική με βάση την ανάπτυξη του παίκτη ως φιλοσοφία και στο ανδρικό έτσι ώστε να στήνεται η ανδρική ομάδα και ανάλογα αυτό σημαίνει ότι ο προπονητής θα πρέπει:

α) να φτιάξει ένα νεανικό ρόστερ

β) να διαλέξει ένα βελτιώσιμο για τους παίκτες στυλ παιχνιδιού

γ) να προσαρμόσει όλη του την προπόνηση πάνω στο στόχο (την ατομική βελτίωση του νέου παίκτη) και το βασικότερο

δ) να τολμήσει να δώσει τον απαραίτητο χρόνο συμμετοχής.

Η ομάδα που έχει στόχο την ανάδειξη νέων παικτών πρέπει να διατηρεί και την ανδρική της ομάδα στην κατάλληλη κατηγορία γιατί ο 17-18 χρόνος δεν έχει ακόμα τον σωματότυπο και τα ανάλογα προπονητικά έτη να παίξει π.χ. απότομα από το εφηβικό στην Β’ εθνική. Δείτε τον ΑΓΟΡ που σαρώνει κάθε χρόνο τους τίτλους στα παιδικό-εφηβικά αλλά κανένας 18 χρόνος Ρεθυμνιώτης δεν αγωνίζεται στο ανδρικό στην Α2. Το πρωτάθλημα νέων φέτος έδωσε δυνατότητα στις ομάδες να καλύψουν κάπως αυτό το κενό.

Με τις τελευταίες επιτυχίες του ανδρικού σήμερα έχουμε και πάλι στην Ιεράπετρα πολλά παιδιά στις ακαδημίες και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος ενώ η μεγάλη διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι ότι πλέον υπάρχει και γυναίκειο μπάσκετ χάρη στην αφοσίωση του Μάνου Καπαράκη. Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι το κλειδί πάντα κατά την γνώμη μου παραμένει η σωστή οικονομική διαχείριση και ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός από τις ομάδες γιατί τα τμήματα υποδομής θέλουν υπομονή μεθοδικότητα και βάθος χρόνου, οι παράγοντες όμως θέλουν νίκες ανόδους κύπελλα και μεγαλεία πράγμα που οδηγάει σε κακοδιαχείριση και τελικά διάλυση.

Στο Νομό Λασιθίου βλέπω ότι έχουν αρχίσει να οργανώνονται και οι άλλες πόλεις, ήδη ο ΑΟΑΝ και ο ΣΑΟ κάνουν πολύ καλή προσπάθεια στις υποδομές έχοντας πάρα πολλά παιδιά στα τμήματα αν και δεν διαθέτουν καθόλου ανδρικό τμήμα και είμαι σίγουρος ότι και τα αποτελέσματα θα φανούν σίγουρα στο μέλλον» επισήμανε τέλος ο κ. Γαϊτανάκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: